Έχω καταγράψει κάπου ένα περιστατικό, που συνέβη το καλοκαίρι του 1973. Ο Σταύρος Τσακυράκης, τότε ανώτερός μου σε μια αριστερή φοιτητική οργάνωση, με ειδοποίησε ένα πρωί να τον συναντήσω κατεπειγόντως. Οταν τον βρήκα μου είπε ότι έπρεπε αμέσως να αδειάσουμε τη «γιάφκα» της οργάνωσης, καθώς κάποιος γείτονας είχε αναπτύξει επικίνδυνη περιέργεια για τους φοιτητές που μπαινόβγαιναν.

Παρκάραμε το αυτοκίνητο έξω από την πολυκατοικία όπου ήταν η γιάφκα και με απανωτές διαδρομές, κουβαλώντας, γεμίσαμε, κυρίως με έντυπο υλικό, το πορτ-μπαγκάζ, το πίσω κάθισμα ώς το ταβάνι, ακόμα και το πάτωμα μπρος στον συνοδηγό, αγνοώντας τις έκπληκτες ματιές των περαστικών. Όπως όπως, τελειώσαμε και φύγαμε, με τον Σταύρο, που είχε νοικιάσει τη γιάφκα σε ψεύτικο όνομα, να βγάζει έναν μεγάλο αναστεναγμό ανακούφισης.

«Πού θα πάµε τώρα το υλικό;» τον ρώτησα στο αυτοκίνητο. Εμενε σιωπηλός, και σε ένα κόκκινο φανάρι τον κοίταξα και τον ξαναρώτησα. Είχε πάρει ύφος παιδιού που το έπιασαν αδιάβαστο. «Δεν έχω ιδέα», μου είπε.

Την ιστοριούλα σχολίαζε πρόσφατα ένας φίλος που ήξερε τον Σταύρο, λέγοντας πόσο χαρακτηριστική ήταν του σπουδαίου αυτού ανθρώπου, άριστου στη σκέψη, τη θεωρία, τη διδασκαλία, μα έξω από τα νερά του στην πράξη. Εμένα όμως η αναθύμησή της μου έφερε στον νου ότι μπορεί θαυμάσια να λειτουργήσει ως μεταφορά για την κατάσταση στην οποία βρισκόμασταν στα χρόνια εκείνα, όχι μόνο εμείς οι επαναστατημένοι νέοι, αλλά και όλοι όσοι αγωνίζονταν για να φύγουν οι δικτάτορες, να αδειάσει η γιάφκα, ας πούμε. Δεν ξέραμε τι να κάνουμε μετά το υλικό – κατ’ αναλογία, τι να κάνουμε την ελευθερία μας. Δεν είχαμε ιδέα.

Ή μάλλον όχι… Το «δεν είχαμε ιδέα» δεν ταιριάζει εδώ. Ιδέες είχαμε, αμέτρητες μάλιστα, που τις συζητάγαμε χρόνια, στα περιθώρια της δράσης. Αλλά κανείς δεν ήξερε πώς θα τις υλοποιήσει, όταν έρθει η ώρα. Κι όταν έπεσε η χούντα ήμασταν σαν το χρυσόψαρο της γυάλας, που αν το ρίξεις στη λίμνη τού είναι αδύνατο να χειριστεί την απεραντοσύνη της. Να πολεμάς το κακό είναι απλό, αν έχεις το θάρρος. Μα όταν αυτό εξαφανιστεί, οι άπειρες εναλλακτικές της ελευθερίας σε μπλέκουν – τουλάχιστον εμάς τους νεότερους. Έτσι υποταχθήκαμε πολιτικά στη φυσική ιεραρχία των μεγαλύτερων, που ξαναήρθαν στη Μεταπολίτευση στα πράγματα, σε όλους τους χώρους.

Δεν πιστεύω λοιπόν ότι έχει ιδιαίτερο νόημα εμείς, της γενιάς της Χούντας, να κάνουμε συγκρίσεις των τότε ελπίδων μας για το μέλλον με το σήμερα. Πέραν του ότι ο καθένας μας, ακόμα και μέσα στον ίδιο πολιτικό χώρο, ήλπιζε άλλα πράγματα, έχουν περάσει από τότε κοντά πενήντα χρόνια και η χώρα μας έχει αλλάξει με μύριους τρόπους –αν και έχει μείνει και ίδια με αρκετούς–, που πολλοί από αυτούς έχουν να κάνουν με τις διεθνείς εξελίξεις, τον ερχομό νέων γενεών, αλλά και το ίδιο το πέρασμα του χρόνου. Δεν είναι αστεία υπόθεση, ιστορικά, μισός αιώνας.

Αν έχει σήμερα νόημα ένα ερώτημα, συσχετίζοντας το τότε με το τώρα, είναι το ποια στοιχεία της τωρινής πολιτείας έλκουν την καταγωγή τους από τη Χούντα και τη Μεταπολίτευση. Τις αναφέρω μαζί γιατί είναι δίδυμο: η Χούντα δημιούργησε μια βίαιη ασυνέχεια στο προηγούμενο δημοκρατικό καθεστώς, και άρα δεν μπορούμε να δούμε την επίδρασή της στα μετέπειτα χρόνια αν δεν κοιτάξουμε και το τι και πώς την αντικατέστησε.

Για όσους ήμασταν στην Αριστερά εκείνα τα χρόνια, ο πρώτος στόχος «όταν πέσει η χούντα» ήταν η νομιμοποίηση των δύο –μετά τη διάσπαση του 1968– κομμουνιστικών κομμάτων, και η ελεύθερη λειτουργία του κοινοβουλευτισμού. Επίσης, με τους κεντρώους μοιραζόμασταν το όνειρο της κατάργησης της μοναρχίας, που είχε αποτελέσει προδικτατορικά πηγή πολιτικής ανωμαλίας. Και για τα δύο πιστεύαμε ότι μάλλον θα χρειαστεί μεταδικτατορικά πολυετής αγώνας. Αντίθετα, και τα δύο έγιναν πραγματικότητα στην αρχή της Μεταπολίτευσης, το πρώτο την πρώτη κιόλας μέρα, με απόφαση του Κωνσταντίνου Καραμανλή, και το δεύτερο λίγους μήνες μετά, με τη σοφή του απόφαση να θέσει το ερώτημα σε ένα άψογα οργανωμένο, πραγματικό δημοψήφισμα. (Αντιδιαστέλλω το «πραγματικό» με το δημοψήφισμα-μαϊμού του 2015, που η διοργάνωσή του αποτέλεσε τη σοβαρότερη μεταδικτατορική εκτροπή.)

Στις δύο αυτές νίκες, ο Καραμανλής πρόσθεσε και μια αναπάντεχη, την ένταξή μας στη νέα ευρωπαϊκή κοινότητα, ισχυροποιώντας τη δημοκρατία μας θεσμικά. Και οι τρεις τους, μαζί, συγκεφαλαιώνουν το κύριο μέρος της αγαθής επίδρασης της Μεταπολίτευσης στο σήμερα. Ισως να είχαν συμβεί και χωρίς την περιπέτεια της Χούντας, με το πέρασμα του χρόνου, αλλά σίγουρα τις διευκόλυνε, με την πτώση της, η τεράστια στήριξη που έδωσε ο ελληνικός λαός σε έναν οραματιστή πολιτικό να δράσει με ριζοσπαστικό θάρρος.

Δυστυχώς, ούτε ο Καραμανλής ούτε κανείς μας γλίτωσε από πολλά κακά του προδικτατορικού πολιτικού σκηνικού, που επανήλθαν, τον πελατειασμό, την κομματοκρατία, τη διαφθορά. Και ανακαλύψαμε και καινούργια, με χειρότερα τον άκρατο δανεισμό, που άρχισε στη δεκαετία του 1980, και τη γιγάντωση της διαπλοκής, που δίνει δυσανάλογα μεγάλη πολιτική ισχύ σε κάποιους μεγιστάνες του πλούτου. Αλλά αυτά τα δεινά, παλιά και καινούργια, δεν τα οφείλουμε στο δίδυμο Χούντας/Μεταπολίτευσης, αλλά στις μεταδικτατορικές κυβερνήσεις – όπου, κατ’ αναλογία με το «εκκλησία ίσον κλήρος και λαός», «κυβερνήσεις» συχνά σημαίνει «κόμμα και ψηφοφόροι».

Μα έχουμε ένα μεγάλο κακό που παραμένει, παιδί του διδύμου. Ο μύθος της αντίστασης που κατά τη μεταδικτατορική φαντασία, τάχα, έκανε η πλειοψηφία του ελληνικού λαού –μια-δυο χιλιάδες το πολύ ήμασταν– εξαγίασε τη νοοτροπία της επιβολής του θελήματος ατόμων ή μειοψηφιών με το «έτσι θέλω», εξιδανικεύοντας τον εγωισμό και την αντικοινωνική και αντιθεσμική συμπεριφορά.

Στα τελευταία του, ο Σταύρος Τσακυράκης αναρωτήθηκε δημόσια: «Από πού ώς πού όλοι οι αγώνες είναι δίκαιοι;» Η ερώτηση ήταν ρητορική. Φυσικά δεν είναι όλοι οι αγώνες δίκαιοι. Ο αγώνας κατά της δικτατορίας ήταν. Αλλά η καπηλεία του μας αφήνει κληρονομιά μια παρεξήγηση που ακόμα μας τυραννάει, δίνοντας γόνιμο υπέδαφος στον λαϊκισμό και ροκανίζοντας καθημερινά τους θεσμούς μας.

* Ο κ. Απόστολος Δοξιάδης είναι συγγραφέας.

Το άρθρο Ελληνική Δημοκρατία | Συμπλήρωση 48 ετών – Τι άφησε η Δικτατορία εμφανίστηκε πρώτα στο ValueNews.gr.

EnglishΕλληνικά